↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / λευκόθριξ οἱ/αἱ λευκότριχες
      γενική τοῦ/τῆς λευκότριχος τῶν λευκοτρίχων
      δοτική τῷ/τῇ λευκότριχ τοῖς/ταῖς λευκότριξ(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν λευκότριχ τοὺς/τὰς λευκότριχᾰς
     κλητική ! λευκόθριξ λευκότριχες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λευκότριχε
γεν-δοτ τοῖν  λευκοτρίχοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνυξ' όπως «ὄνυξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
λευκόθριξ < λευκό- + -θριξ

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

λευκόθριξ αρσενικό ή θηλυκό

  • αυτός που έχει λευκά μαλλιά, λευκές τρίχες