Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρικητός < → λείπει η ετυμολογία


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρικητός αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία