Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κρεατόσουπα οι κρεατόσουπες
      γενική της κρεατόσουπας
    αιτιατική την κρεατόσουπα τις κρεατόσουπες
     κλητική κρεατόσουπα κρεατόσουπες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρεατόσουπα < κρέας + σούπα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρεατόσουπα θηλυκό

  1. (γαστρονομία): σούπα με κυρίαρχο στοιχείο κρέας ή ζωμό κρέατος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία