Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλέπτης < αρχαία ελληνική κλέπτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλέπτης αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία