Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλλιστεία < αρχαία ελληνική καλλιστεῖα [1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καλλιστεία ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία