Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θώς < αρχαία ελληνική θώς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θώς αρσενικό


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική θώς θῶε θῶες
Γενική θωός θωοῖν θώων
Δοτική θωί θωοῖν θωσί(ν)
Αιτιατική θῶ θῶε θῶᾰς
Κλητική θώς θῶε θῶες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θώς < θῶσθαι ή προελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θώς αρσενικό ή θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) αυτός που καταβροχθίζει
  2. (ζωολογία) το τσακάλι
    ※  ὢ πόποι ἦ μέγα θαῦμα τόδ' ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶμαι / δεινόν, ὃ οὔ ποτ' ἔγωγε τελευτήσεσθαι ἔφασκον, / Τρῶας ἐφ' ἡμετέρας ἰέναι νέας, οἳ τὸ πάρος περ / φυζακινῇς ἐλάφοισιν ἐοίκεσαν, αἵ τε καθ' ὕλην / θώων παρδαλίων τε λύκων τ' ἤϊα πέλονται / αὔτως ἠλάσκουσαι ἀνάλκιδες, οὐδ' ἔπι χάρμη. (Όμηρος, Ἰλιάς, Ν 99-104)
    ※  ἔτι δ' ὅσα πολυσχιδῆ τῶν τετραπόδων, οἷον κύων, λέων, λύκος, ἀλώπηξ, θώς, πάντα τυφλὰ γεννᾷ, καὶ διίσταται τὸ βλέφαρον γενομένων ὕστερον. (Αριστοτέλης, Περὶ ζᾠων γενέσεως, 742a)