Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλασσόβραχος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θαλασσόβραχος αρσενικό

  1. βράχος της θάλασσας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία