Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θήρευμα < αρχαία ελληνική < θηρεύω + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θήρευμα ουδέτερο

  1. αυτό που έχει κυνηγήσει κανείς, το θήραμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία