ζωογράφος

Αρχαία ελληνικά (grc) Edit

  Ετυμολογία Edit

ζωογράφος < ζωός και γράφω

  ΟυσιαστικόEdit

ζωογράφος αρσενικό ( & ζωγράφος, ίσως και επίθετο)

  • που δημιουργεί εικόνες ή χρωματίζει, που απεικονίζει τη ζωή
ὅτι καὶ ἄλλοι εἰσὶ ζωγράφοι γράφοντες ἄλλα πολλὰ ζῷα;