Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζυθοπώλης < ζύθος + -πώλης (< πωλώ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζυθοπώλης αρσενικό

  • αυτός που έχει κατάστημα που πουλάει μπίρα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία