Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εἰρήνη



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός
Ονομαστική εἰρήνη
Γενική εἰρήνης
Δοτική εἰρήν
Αιτιατική εἰρήνην
Κλητική εἰρήνη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εἰρήνη (πιθανόν) < εἴρω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ser-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εἰρήνη θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. η απουσία πολέμου
  2. οι σπονδές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ἐπ᾽ εἰρήνης  : σε καιρό ειρήνης

  ΠηγέςΕπεξεργασία