Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο επιπλάς οι επιπλάδες
      γενική του επιπλά των επιπλάδων
    αιτιατική τον επιπλά τους επιπλάδες
     κλητική επιπλά επιπλάδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιπλάς < έπιπλο + -άς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιπλάς αρσενικό

δείτε τη λέξη  επιπλοποιός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία