Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξάδελφος < ελληνιστική κοινή ἐξάδελφος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξάδελφος αρσενικό

δείτε τη λέξη:  ξάδερφος