Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενδομητρίτιδα < ενδομήτριο + επίθημα -ίτιδα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /en.ðo.miˈtɾi.ti.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενδομητρίτιδα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία