Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκπολιτισμός εκπολιτισμοί
γενική εκπολιτισμού εκπολιτισμών
αιτιατική εκπολιτισμό εκπολιτισμούς
κλητική εκπολιτισμέ εκπολιτισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκπολιτισμός < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εκπολιτισμός αρσενικό
(κοινωνική ανθρωπολογία)

  1. απόκτηση σύνθετου κι αναπτυγμένου κοινωνικού έθους όταν αυτό αρχικά δεν υφίστατο-υπήρχε
  2. (εσφαλμένα) μειωτικά ο αναπολιτισμός

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  • εξευγενισμός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία