Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εισηγητής οι εισηγητές
      γενική του εισηγητή των εισηγητών
    αιτιατική τον εισηγητή τους εισηγητές
     κλητική εισηγητή εισηγητές
Κατηγορία όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εισηγητής < αρχαία ελληνική εἰσηγητής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εισηγητής αρσενικό

  1. αυτός που έχει αναλάβει να κάνει μια εισήγηση, να παρουσιάσει ένα ζήτημα και προτάσεις πάνω σε αυτό
  2. αυτός που κάνει ευρύτερα γνωστό κάτι το καινούριο ή αυτός που προτείνει την καθιέρωση ενός καινούριου πράγματος (πχ ενός νέου επιστημονικού όρου)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία