Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαγράφομαι < παθητική φωνή του ρήματος διαγράφω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.a.ˈɣɾa.fɔ.mε/ και /ðʝa.ˈɣɾa.fɔ.mε/

  ΡήμαΕπεξεργασία

διαγράφομαι

  1. φαίνομαι, σχηματίζομαι, διακρίνομαι
  2. για κάτι που φαίνεται ότι θα συμβεί στο μέλλον, που υπάρχει ως πιθανότητα
    Το μέλλον του ανθρώπου διαγράφεται «βιονικό». Τα άτομα με κινητική ή αισθητηριακή αναπηρία μπορεί στο μέλλον να έχουν καλύτερες επιδόσεις από τα υγιή. (*)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

διαγράφομαι