Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δελφινοκόριτσο τα δελφινοκόριτσα
      γενική του δελφινοκόριτσου των δελφινοκόριτσων
    αιτιατική το δελφινοκόριτσο τα δελφινοκόριτσα
     κλητική δελφινοκόριτσο δελφινοκόριτσα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δελφινοκόριτσο < δελφίνι + κορίτσι + -ο (ουδέτερο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δελφινοκόριτσο ουδέτερο

  1. κορίτσι που κολυμπά γρήγορα σαν δελφίνι
    "τίτλος τραγουδιού του νέου κύματος που απέδωσε ο Μιχάλης Βιολάρης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία