Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δήμευση οι δημεύσεις
      γενική της δήμευσης
& δημεύσεως
των δημεύσεων
    αιτιατική τη δήμευση τις δημεύσεις
     κλητική δήμευση δημεύσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δήμευση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δήμευση θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία