Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γυμνοπαιδία οι γυμνοπαιδίες
      γενική της γυμνοπαιδίας των γυμνοπαιδιών
    αιτιατική τη γυμνοπαιδία τις γυμνοπαιδίες
     κλητική γυμνοπαιδία γυμνοπαιδίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυμνοπαιδίες < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γυμνοπαιδίαι < γυμνός + παιδία (< παῖς)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γυμνοπαιδίες θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

  1. (θρησκεία) ετήσια γιορτή (στην αρχαία Σπάρτη) στην οποία τα αγόρια συμμετείχαν σε εκδήλωση παρόμοια με των γυμναστικών επιδείξεων και η οποία τελούνταν προς τιμή των Σπαρτιατών πεσόντων στη μάχη της Θυρέας εναντίον των Αργείων -μάχη που εξασφάλισε όλη την Κυνουρία για τη Σπάρτη
    ※  Το πιθανότερο λοιπόν να γνώριζε τις γυμνοπαιδίες, όπως αποκαλούνταν οι ετήσιοι εορτασμοί στην αρχαία Σπάρτη προς τιμήν του θεού Απόλλωνος, κατά τους οποίους γυμνοί παίδες εχόρευαν και τελούσαν γυμναστικές ασκήσεις, αφιερωμένες στη μνήμη των πεσόντων στη μάχη της Θυρέας. (* εφημερίδα Το Βήμα)
  2. (τίτλος μουσικού έργου) → δείτε τη λέξη Γυμνοπαιδίες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία