Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. γραφίστρια < γραφίστας + -τρια
  2. γραφίστρια < γραφισμός + -τρια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γραφίστρια θηλυκό

  1. (επαγγελματικό) η ασχολούμενη με την γραφιστική (αρσενικό γραφίστας)
  2. (αρχαιολογία), (βιολογία) θηλυκό πλάσμα ικανό να αντιληφθεί ή να παράγει γραφισμό (αρσενικό γραφιστής)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  γραφίστας