Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτόφωρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: αυτόφωρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυτόφωρο ουδέτερο

  1. κοινή ονομασία των ειδικών δικαστηρίων που δικάζουν, άμεσα, δράστες που συνελήφθησαν επ' αυτοφώρω
    οδήγησαν τους δράστες στο αυτόφωρο
  2. (συνεκδοχικά) το εύλογο χρονικό διάστημα, από τη στιγμή της εκτέλεσης κάποιου αδικήματος, κατά το οποίο ο νόμος ορίζει ότι η σύλληψη γίνεται επ' αυτοφώρω
    κρύφτηκε σε κάτι χαμόσπιτα μέχρι να περάσει το αυτόφωρο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • φωρ, για άλλες συγγενικές λέξεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αυτόφωρο