Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρνησιά < αρνούμαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρνησιά θηλυκό

  1. απάρνηση
  2. λησμονιά
    της Άρνης το νερό της αρνησιάς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία