Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανγκορά < (άμεσο δάνειο) γαλλική angora < τουρκική Ankara < λατινική Ancyra < αρχαία ελληνική Ἄγκυρα (αντιδάνειο) < ἄγκυρα < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ang- (γωνία)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανγκορά ουδέτερο άκλιτο

  1. (ζωολογία) είδος κουνελιού με καταγωγή από την τουρκική πόλη Άγκυρα καθώς και το δέρμα ή η γούνα που (με συνήθως φρικτό τρόπο) παίρνουν απ’ αυτό, για να κατασκευαστούν ρούχα
    «Έχουμε αποσύρει από τα καταστήματα τα είδη από ανκορά. Η απόφαση έπεται μία μεγάλης εκστρατείας, η οποία ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2013 από την αμερικανική οργάνωση προστασίας ζώων Peta και καταγγέλλει τις συνθήκες υπό τις οποίες παράγεται το συγκεκριμένο ύφασμα. Μέλη της οργάνωσης στην Ασία υποστηρίζουν ότι έχουν στην κατοχή τους βίντεο από φάρμες, όπου τα ζώα γδέρνονται ζωντανά, ουρλιάζοντας από τον πόνο. (*)
  2. (ζωολογία) είδος γάτας με καταγωγή από την τουρκική πόλη Άγκυρα
  3. (ζωολογία) είδος κατσίκας με καταγωγή από την τουρκική πόλη Άγκυρα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία