Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναφώνηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναφώνηση θηλυκό

  • λέξη ή φράση που λέγεται με δυνατή φωνή και μπορεί να εκφράζει έκπληξη, πόνο κλπ.
  1. επιφώνηση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία