Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αβγοκάσα οι αβγοκάσες
      γενική της αβγοκάσας
    αιτιατική την αβγοκάσα τις αβγοκάσες
     κλητική αβγοκάσα αβγοκάσες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβγοκάσα < αβγό + κάσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβγοκάσα θηλυκό

  1. ένα κουτί κατάλληλο για μεταφορά αβγών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία