Δείτε επίσης: φοῖβος, Φοίβος

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Φοῖβος
      γενική τοῦ Φοίβου
      δοτική τῷ Φοίβ
    αιτιατική τὸν Φοῖβον
     κλητική ! Φοῖβε
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Φοῖβος < φοῖβος (αγνός, λαμπερός, φεγγοβόλος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰoigʷ-o- < *bʰeigʷ- (λάμπω)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Φοῖβος αρσενικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία