Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Νισύριος < Νίσυρος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Νισύριος αρσενικό

  1. Αυτός που έχει γεννηθεί, κατάγεται ή διαμένει στη Νίσυρο.

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία