Δείτε επίσης: μονόκερως

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μονόκερως < μόνος (> μονο-) + κέρας (γενική: κέρασος > κέρως)
 
Ο αστερισμός του Μονόκερω.

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μονόκερως αρσενικό

  • όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε για πρώτη φορά από τον Jakob Bartsch το 1624 και ανήκει στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
    συντομογραφία: Mon

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία