↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Εὐρυσθεύς οἱ Εὐρυσθεῖς - Εὐρυσθῆς*
      γενική τοῦ Εὐρυσθέως
ιωνικός: Εὐρυσθέος
τῶν Εὐρυσθέων
      δοτική τῷ Εὐρυσθεῖ τοῖς Εὐρυσθεῦσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Εὐρυσθέ τοὺς Εὐρυσθέᾱς
     κλητική ! Εὐρυσθεῦ Εὐρυσθεῖς - Εὐρυσθῆς*
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Εὐρυσθ1 ή Εὐρυσθεῖ2
γεν-δοτ τοῖν  Εὐρυσθέοιν
* αττικός τύπος
1 όπως στη Γραμματική του Smyth
2 όπως στη Γραμματική Γυμνασίου-Λυκείου Οικονόμου.
3η κλίση, ομάδα 'βασιλεύς', Κατηγορία 'βασιλεύς' όπως «βασιλεύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Εὐρυσθεύς < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Εὐρυσθεύς αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα, ο Ευρυσθέας
  2. (ελληνική μυθολογία, στον ενικό) → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)