Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Γαυδιώτης < Γαύδος + -ιώτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Γαυδιώτης αρσενικό, θηλυκό Γαυδιώτισσα

  1. (πατριδωνυμικό) ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τη Γαύδο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία