Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

working (en)

  1. για κάτι που λειτουργεί, δουλεύει σωστά
  2. που σχετίζεται με την εργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
working workings

working (en)

  1. πράξη, ενέργεια
  2. λειτουργία, μέθοδος

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

working (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος work