Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

sympathise (en)

  1. συμπονώ, συμπάσχω με κάποιον
    I sympathise with your pains
  2. μοιράζομαι τα ίδια συναισθήματα ή απόψεις με κάποιον (συνήθως με το with)

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία