Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας stink
γ΄ ενικό ενεστώτα stinks
αόριστος stank, stunk
παθητική μετοχή stunk
ενεργητική μετοχή stinking
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

stink (en)

  1. (αμετάβατο) βρομάω, βρομοκοπάω, μυρίζω άσχημα, όζω
    Your feet stink!
    Τα πόδια σου βρομοκοπούν!
    That fish stinks.
    Αυτό το ψάρι βρομάει.
     συνώνυμα: reek
  2. (αμετάβατο, μεταφορικά) βρομάω, υπάρχουν ξεκάθαρα στοιχεία που δείχνουν διαφθορά, ανήθικες πράξεις
    The whole business stinks.
    Βρομάει η όλη υπόθεση.
     συνώνυμα: reek

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 177. ISBN 9780194325684. , λήμμα: βρομοκοπώ, βρομώ