Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

primary (en)

  1. πρωταρχικός
  2. στοιχειώδης
  3. βασικός
  4. πρωτεύων [1]

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «πρωτεύων» από αναζήτηση «primary» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.