Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

pasado < pas- + -ad- + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική pasado pasadoj
αιτιατική pasadon pasadojn

pasado (eo)

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Το πέρασμα, δηλαδή ο χώρος απ' όπου περνά κανείς, λέγεται: trapaso.



Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό pasado pasados
θηλυκό pasada pasadas

pasado (es)

  1. προηγούμενος, περασμένος
    épocas pasadas - περασμένες εποχές

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pasado (es) αρσενικό

  1. το παρελθόν