Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /peɪs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pace (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

pace (en)

  1. βηματίζω πέρα δώθε
  2. καθορίζω την ταχύτητα σε ένα αγώνα δρόμου
  3. μετρώ περπατώντας μια απόσταση σε βήματα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Word Reference - pace [1]



Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

pace < pac- + -e

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

pace (eo)



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pace (it) θηλυκό

  1. ειρήνη



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pace (ro) θηλυκό

  1. ειρήνη