Πολωνικά (pl)Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική locha lochy
γενική lochy loch
δοτική losze lochom
αιτιατική lochę lochy
οργανική lochą lochami
τοπική losze lochach
κλητική locho lochy

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

locha (pl) θηλυκό

  1. θηλυκό γουρούνι, γουρούνα
  2. θηλυκό αγριογούρουνο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία