Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ilość ilości
γενική ilości ilości
δοτική ilości ilościom
αιτιατική ilość ilości
οργανική ilością ilościami
τοπική ilości ilościach
κλητική ilości ilości

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈilɔɕʨ̑/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ilość (pl) θηλυκό

  1. η ποσότητα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία