Δείτε επίσης: détail

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

detail (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

detail (en)

  1. αναλύω, αναπτύσσω
  2. εξηγώ, ερμηνεύω
  3. κάνω κάτι με ιδιαίτερη προσοχή (ζωγραφίζω, βιδώνω, καθαρίζω, συγγράφω κτλ)
  4. (στρατιωτικός όρος) αναθέτω (οτιδήποτε: εργασία, αποστολή κτλ)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία