Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) aptekarz aptekarze
γενική (dopełniacz) aptekarza aptekarzy
δοτική (celownik) aptekarzowi aptekarzom
αιτιατική (biernik) aptekarza aptekarzy
οργανική (narzędnik) aptekarzem aptekarzami
τοπική (miejscownik) aptekarzu aptekarzach
κλητική (wołacz) aptekarzu aptekarze

  Ετυμολογία Επεξεργασία

aptekarz < apteka

  ΠροφοράΕπεξεργασία

aptekarz 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

aptekarz (pl) αρσενικό

  1. ο φαρμακοποιός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη apteka