Βοσνιακά (bs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ananas (bs)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ananas 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
ananas ananas

ananas (fr) αρσενικό



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

 
καρπός ανανά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ananas < πορτογαλική ananaz

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ananas (it)

  1. το δένδρο ανανάς
  2. (φρούτο) ο καρπός ανανάς



Κροατικά (hr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ananas (hr)

  1. (βοτανική) το δένδρο ανανάς
  2. (φρούτο) ο καρπός ανανάς



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ananas 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ananas (nl)

  1. (βοτανική) το δένδρο ανανάς
  2. (φρούτο) ο καρπός ανανάς



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

 
δύο φέτες ανανά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ananas (pl) αρσενικό

  1. (φρούτο) ο ανανάς
  2. (μεταφορικά) μπαγάσας, κατεργαράκος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ananas (cs)

  1. (βοτανική) το δένδρο ανανάς
  2. (φρούτο) ο καρπός ανανάς



Φινλανδικά (fi) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ananas (fi)

  1. (βοτανική) το δένδρο ανανάς
  2. (φρούτο) ο καρπός ανανάς