Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατεργαράκος < υποκοριστικό του κατεργάρης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατεργαράκος

  1. ειρωνικά ή χαϊδευτικά ο κατεργάρης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία