Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική agencja agencje
γενική agencji agencji(/agencyj)
δοτική agencji agencjom
αιτιατική agenc agencje
οργανική agenc agencjami
τοπική agencji agencjach
κλητική agencjo agencje

  ΠροφοράΕπεξεργασία

agencja 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

agencja (pl) θηλυκό

  1. αντιπροσωπεία, πρακτορείο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία