Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aʃ.ve/
achever 

  ΡήμαΕπεξεργασία

achever (fr)

  1. τελειώνω, αποτελειώνω
  2. (μεταφορικά) σκοτώνω
  1. (σπάνιο) τελειώνω, φτάνω σε τέρμα
    ses études se sont achevées - οι σπουδές του τελείωσαν

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία