Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Zuschauer die Zuschauer
γενική des Zuschauers der Zuschauer
δοτική dem Zuschauer den Zuschauern
αιτιατική den Zuschauer die Zuschauer

Zuschauer (de) αρσενικό (θηλυκό Zuschauerin)

  1. θεατής