Γερμανικά (de)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Uroffenbarung die Uroffenbarungen
γενική der Uroffenbarung der Uroffenbarungen
δοτική der Uroffenbarung den Uroffenbarungen
αιτιατική die Uroffenbarung die Uroffenbarungen

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Uroffenbarung < ur- + Offenbarung

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Uroffenbarung (de) θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία