Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Teilchen < Teil + -chen

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Teilchen die Teilchen
γενική des Teilchens der Teilchen
δοτική dem Teilchen den Teilchen
αιτιατική das Teilchen die Teilchen

Teilchen (de) ουδέτερο

  1. σωματίδιο

ΣύνθεταΕπεξεργασία