Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Elementarteilchen < elementar + Teilchen

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Elementarteilchen die Elementarteilchen
γενική des Elementarteilchens der Elementarteilchen
δοτική dem Elementarteilchen den Elementarteilchen
αιτιατική das Elementarteilchen die Elementarteilchen

Elementarteilchen (de) ουδέτερο

  1. (φυσική) στοιχειώδες σωματίδιο