Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Spross die Sprosse
γενική des Sprosses der Sprosse
δοτική dem Spross
dem Sprosse
den Sprossen
αιτιατική den Spross die Sprosse

Spross (de)

  1. (βιολογία) βλαστός